Παραδοσιακός Ξενώνας La Dafa στο Πισοδέρι Πρεσπών - Χιονοδρομικό Κέντρο Βίγλας - Πισοδερίου



Ιστορική αναδρομή


Το Πισοδέρι προϋπήρχε από τη Ρωμαϊκή εποχή. Στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αν κρίνει κανείς από τη θέση του και τις ασχολίες των κατοίκων του, ήταν ένας απ’ τους σταθμούς που φύλαγαν τις διαβάσεις και τα κυριότερα σημεία της οδού Εγνατίας. Διαφορετικά δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί πως κτίσθηκε ένα χωριό σε τόσο άγονο και ορεινό μέρος με υψόμετρο 1420 μ.

Δηλαδή, οι Ρωμαίοι για να εξασφαλίσουν τη διάβαση της Βίγλας στρατολόγησαν ντόπιους ορεσίβιους και σκληραγωγημένους άντρες και τους ανέθεσαν τη φύλαξη του σημείου αυτού με πληρωμή. Οι στρατολογημένοι αυτοί περίοικοι, Έλληνες την καταγωγή, δημιούργησαν βραδύτερα οικογένειες και τις εγκατέστησαν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το χωριό.

Ήταν  οικισμός κλεισουροφυλάκων από  τα  χρόνια  των  αρχαίων Μακεδόνων που διατηρήθηκε κι επί Τουρκοκρατίας και Βυζαντοκρατίας. Εκτός από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση καμία άλλη κατάκτηση δεν υπέστησαν στη μακραίωνη  ύπαρξη  τους.  Οι κάτοικοι του ορεινού αυτού χωριού ζούσαν απομονωμένοι στα βουνά και δεν είχαν ανάμειξη με τις επιδρομές των βαρβάρων και κατακτητών που  τόσες καταστροφές επέφεραν  στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ο Κεδρηνός μας πληροφορεί ότι το Πισοδέρι υπήρχε πριν από την εποχή του Βουλγαροκτόνου. Στα 976 «Βλάχοι οδίται» σκότωσαν τον αδελφό του Σαμουήλ στη στενωπό του Πισοθερΐου. Αυτό σημαίνει ότι και πριν από το 976 π.Χ. υπήρχαν στα στενά του Πισοδερίου βλάχοι οδοφύλακες, τους οποίους μόνο οι Πισοδερίτες μπορούν να διεκδικήσουν για προγόνους αφού αυτοί είχαν στρατιωτικούς τιμαριούχους της Βυζαντινής εποχής (Χρυσόβουλον).

Όταν τον 7° αιώνα κατέκλυσαν την Ελληνική χερσόνησο οι Σλάβοι, δεν τους έθιξαν, γιατί ήταν ικανοποιημένοι με τις εύφορες πεδιάδες των κάμπων και δεν ανέβηκαν να εγκατασταθούν στα βουνά. Απόδειξη αυτού είναι ότι στην Κουτσοβλαχική υπάρχουν ελάχιστες σλαβικές λέξεις.

Η ανάπτυξη των Ελληνοβλάχικων κοινοτήτων και μέσα σ’ αυτές και το Πισοδέρι ήταν αξιοθαύμαστη και πριν την Τουρκοκρατία. Ο Νικόλαος Κοσομούλης, γόνος Πισοδερίτης στα απομνημονεύματα του αποκαλύπτει ότι το Πισοδέρι ήταν κωμόπολη και οι κάτοικοι του ήταν ή Δερβεντζήδες ή Χαντζήδες (πανδοχείς) εις τα ερημιάς, ή στρατιωτικοί μισθωτοί υπό τους Αλβανούς μπέηδες ή τσελέπηδες (ενοικιασταί του φόρου ποιμνίων) χαιρόμενοι τα προνόμια ως τα Δερβενοχώρια Μεγαρίδος. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το ΙΙισοδέρι ήταν ιδιοκτησία μιας Σουλτάνας, αλλά αργότερα πουλήθηκε σε κάποιον Εφένδη τον Ιζέρ – Πασά – Εφένδη

Το Πισοδέρι γνώρισε χρόνια ακμής γιατί δε γνώρισε άμεσα την απειλή των Τούρκων κατά την τουρκοκρατία μια και είχε οργανωμένο αρματολίκι. Από διάφορα έγγραφα και μαρτυρίες προκύπτει ότι οι Χριστιανοί αρματολοί υπήρχαν ή μισθοδοτούνταν μάλιστα από τους Τούρκους, καθ’ όλο το διάστημα μεταξύ 1375 και 1625. Το αρματολίκι του Πισοδερίου έρχεται πρώτο στην ιστορία του αρματολισμού της Μακεδονίας όπως είναι πρώτο και σε ύψος γιατί κατέχει την πιο ψηλή αυχενοδιάβαση (υψ. 1580 μ.) και σε μάκρος γιατί η κλεισούρα του έχει σχεδόν 70 χιλιόμετρα μήκος. Τα δύο αυτά προσόντα του είναι εκείνα που βασικά συντέλεσαν στην τόσο μακραίωνη διατήρηση του.

Στο Πισοδέρι οι γεροντότεροι μιλούσαν για την εποχή πριν από το 1800. Από στόμα σε στόμα η παράδοση έφτασε να λέει ότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν δύο κοινωνικές τάξεις. Η τάξη των αριστοκρατών Ντερβαντζήδων και η τάξη των Πληβείων Φαπριτσιάνων που ασχολούνται με μικρεμπόριο και άλλες τέχνες. Οι πρώτοι ήταν πολεμιστές και φιλούσαν τα ντερβένι. Γάμοι ανάμεσα στις δύο τάξεις δεν επισυνάπτονται.

Οι αρματολοί του Πισοδερίου είχαν σκληρούς αγώνες με τους Γκέγκηδες επιδρομείς.

Με τους Αλβανούς Μπέηδες της Φλώρινας και Καστοριάς είχαν φιλίες όχι μόνο οι Αρματολοί αλλά και οι υπόλοιποι.

Το 1670 άρχισε συντονισμένη δράση των αρματολών. Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για τους αρματολούς εκτός από τις προφορικές παραδόσεις. Μια από αυτές είναι η αναφορά του Κάδη Φλώρινας από τα 1703, με την οποία ζητούσαν από το Σουλτάνο να αντικαταστήσει τους Χριστιανούς αρματολούς της περιοχής με Τούρκους, γιατί υπέφεραν από τον ξακουστό κακοποιό Σουλάκ ή Τσιουλάκο.